Etymology Explorer › Greek

Where does “αερο-” come from?

αερο- (Greek) comes from Ancient Greek ἀήρ, from Ancient Greek auhḗr.

αερο- (Greek): API + θερμός → αερόθερμο; API + μεταφέρω →...

Definitions

  1. API + θερμός → αερόθερμο; API + μεταφέρω →...

Ancestry of “αερο-”, step by step

StepLanguageWordMeaning
1Ancient Greekἀήρmist; air; wind
2Ancient Greekauhḗr—

Words derived from “αερο-”

  • αερομεταφορά
  • αεροπειρατής
  • αεροσκάφος
  • αεροκοπανίζω
  • αερομαχία
  • αεροκιβώτιο
  • αερομεταφορέας
  • αερομοντελίστρια
  • αερόλυμα
  • αεροδιάδρομος
  • αερομοντελιστής
  • αεροσυγκοινωνία
  • αερογεφύρωμα
Every word from Ancient Greek auhḗr →